ανώνυμος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ανώνυμος¹

  • aˈno.ni.mos

Where it comes from

ανώνυμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνώνυμος. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- στερητικό + -ώνυμος

:* για σύγχρονους όρους < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anonyme ή από την αγγλική anonuymous < λατινική anonymus < αρχαία ελληνική ἀνώνυμος

adjective ανώνυμος · ανώνυμη · ανώνυμο · ανώνυμου · ανώνυμης

  1. που δεν έχει όνομα

    Opposite: επώνυμος

  2. που δεν είναι διάσημος
  3. οικονομία που δεν αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο ανώνυμη εταιρεία, ανώνυμοι τίτλοι
  4. πληροφορική χρησιμοποιείται από κάποια προγράμματα για νέα αρχεία που δεν έχουν αποθηκευτεί ακόμα, και άρα είναι ανώνυμα
  5. πολεοδομία για τον προσδιορισμό οδών που δεν έχουν ονοματιστεί ακόμα στο σχέδιο πόλεως οδός ανώνυμος ₄

Ανώνυμος²

Where it comes from

Ανώνυμος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ανώνυμος

  1. ανδρικό όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ανώνυμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ανώνυμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"ανώνυμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ανώνυμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}