επώνυμος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
επώνυμος¹
- eˈpo.ni.mos
Where it comes from
επώνυμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπώνυμος (φερώνυμος, ονομασμένος από κάποιον ή κάτι). Συγχρονικά αναλύεται σε (επι-) επ- + -ώνυμος
adjective επώνυμος · επώνυμη · επώνυμο · επώνυμου · επώνυμης
- που είναι γνωστό τ’ όνομά του, που το γνωρίζουμε
- που όλοι τον γνωρίζουν και τον αναγνωρίζουν
-
που γνωρίζουμε το όνομα κάποιου που έκανε μια ενέργεια
επώνυμη καταγγελία
Opposite: ανώνυμος
- που έχει δώσει το όνομά του σε τόπο Ο Ακάδημος ήταν ο επώνυμος ήρωας του Δήμου της Ακαδημίας. (Διαδρομή στην ιστορία της Αθήνας: Από την αρχαιότητα στο σήμερα, εκδ. Ερευνητές, 2005)
Opposite: ανεπώνυμος
Επώνυμος²
Where it comes from
Επώνυμος < αρχαία ελληνική Ἐπώνυμος < ἐπώνυμος
proper noun Επώνυμος · Επώνυμοι · Επώνυμου · Επωνύμου · Επώνυμων · Επωνύμων
- ανδρικό όνομα (ως απόδοση του αρχαιοελληνικού ονόματος Ἐπώνυμος)
Thesaurus
adjective
Opposite: ανεπώνυμος
Talk about this word "επώνυμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. επώνυμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82 "επώνυμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {επώνυμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CF%8E%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}