αξιωματικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αξιωματικός
- a.ksi.o.ma.tiˈkos
Where it comes from
αξιωματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀξιωματικός
:* (μαθηματική έννοια) < (άμεσο δάνειο) γαλλική axiomatique
adjective αξιωματικός · αξιωματική · αξιωματικό
- που του αναγνωρίζεται μία εξέχουσα θέση αξιωματική αντιπολίτευση: το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης στη βουλή
- που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα, που χαρακτηρίζεται από αξιωματικότητα αξιωματική μέθοδος
noun αξιωματικός · αξιωματικίνα · αξιωματικοί · αξιωματικού · αξιωματικών
- στρατιωτικός με βαθμό ίσο ή ανώτερο του ανθυπολοχαγού στο στρατό ξηράς ή του αντίστοιχού του στα άλλα σώματα
- πλοίαρχος ή μηχανικός του εμπορικού ναυτικού
-
πιόνι που μετακινείται μόνο διαγωνίως σε όποια απόσταση θέλει ο παίκτης
Similar: τρελός
In English
Talk about this word "αξιωματικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αξιωματικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "αξιωματικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αξιωματικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}