αξιωματικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αξιωματικός

  • a.ksi.o.ma.tiˈkos

Where it comes from

αξιωματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀξιωματικός

:* (μαθηματική έννοια) < (άμεσο δάνειο) γαλλική axiomatique

adjective αξιωματικός · αξιωματική · αξιωματικό

  1. που του αναγνωρίζεται μία εξέχουσα θέση αξιωματική αντιπολίτευση: το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης στη βουλή
  2. μαθηματικά που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα, που χαρακτηρίζεται από αξιωματικότητα αξιωματική μέθοδος

noun αξιωματικός · αξιωματικίνα · αξιωματικοί · αξιωματικού · αξιωματικών

  1. στρατιωτικός βαθμός στρατιωτικός με βαθμό ίσο ή ανώτερο του ανθυπολοχαγού στο στρατό ξηράς ή του αντίστοιχού του στα άλλα σώματα
  2. ναυτικός όρος πλοίαρχος ή μηχανικός του εμπορικού ναυτικού
  3. σκάκι πιόνι που μετακινείται μόνο διαγωνίως σε όποια απόσταση θέλει ο παίκτης

    Similar: τρελός

In English

  • bishop chess piece
  • axiomatic self-evident
  • officer one who has a position of authority in a hierarchical organization

Talk about this word

Cite this
MLA

"αξιωματικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αξιωματικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αξιωματικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αξιωματικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}