απαίδευτος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απαίδευτος
Where it comes from
απαίδευτος < αρχαία ελληνική ἀπαίδευτος
# απαίδευτος < α- στερητικό + παιδεύω + κατάληξη ρηματικού επιθέτου -τος
adjective απαίδευτος · απαίδευτη · απαίδευτο · απαίδευτου · απαίδευτης
-
που δεν έχει λάβει επαρκή παιδεία
※ Στα μεγάλα βάσανα, ατομικά και συλλογικά, ο νους πολλών ανθρώπων, ίσως των περισσότερων, στρέφεται προς τα πάνω – ή προς τα μέσα, βαθιά, το ίδιο είναι. Και του πιστού ο νους και του αγνωστικιστή και του δύσπιστου και του αρνησίθεου. Του επιστήμονα και του απαίδευτου. Του φτωχού και του πλούσιου. (
Similar: ακαλλιέργητος, αμόρφωτος, ανεκπαίδευτος, απαιδαγώγητος · Opposite: εκπαιδευμένος, μορφωμένος, παιδαγωγημένος, πεπαιδευμένος
- που δεν έχει παιδευτεί, δεν έχει βασανιστεί
Talk about this word "απαίδευτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απαίδευτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82 "απαίδευτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απαίδευτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}