מיקווין

πεπαιδευμένος

Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

πεπαιδευμένος

  • pe.pe.ðevˈme.nos

מאיפה זה בא

πεπαιδευμένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πεπαιδευμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παιδεύω με αναδιπλασιασμό

פועל πεπαιδευμένος · πεπαιδευμένη · πεπαιδευμένο · πεπαιδευμένου · πεπαιδευμένης

  1. formal, λόγιο που έχει λάβει παιδεία, μορφωμένος ※ Προς διδάσκαλον καί πάντα πεπαιδευμένον ἂνδρα: ... Κύριε (δεῑνα), Την Ὑμετέραν Σοφολογιότητα μὲ σέβας προσκυνῶ, καὶ ἀσπάζομαι (Ἐπιστολάριον περιέχον διαφόρους τύπους ἐπιστολών, πάνυ χρησίμους εἰς ὁποιανδήποτε ἀνθρωπίνην κατάστασιν και περίστασιν του βίου. Μεταρρυθμισθέν και ... ἐπαυξηθέν, Ἐκδοσις

דומה: γραμματιζούμενος, λαϊκότροπο, Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά), μορφωμένος · הפך: απαίδευτος

מילים נרדפות והפכים

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"πεπαιδευμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

πεπαιδευμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"πεπαιδευμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πεπαιδευμένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%85%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-08}
}