απαγωγή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απαγωγή

Where it comes from

απαγωγή < αρχαία ελληνική ἀπαγωγή

noun απαγωγή · απαγωγές · απαγωγής · απαγωγών

  1. η απομάκρυνση, η οδήγηση έξω από το χώρο η απαγωγή της επιπλέον θερμότητας στους πυρηνικούς αντιδραστήρες γίνεται με τη χρήση τρεχούμενου νερού
  2. especially, ειδικότερα , (κοινά), (νομικός όρος) η αρπαγή και αιχμαλωσία ενός προσώπου προκειμένου, συνήθως, να ζητηθούν λύτρα ή κάποιο άλλο αντάλλαγμα
  3. γυμναστική η απομάκρυνση των άκρων από τον κορμό

    Opposite: προσαγωγή

  4. φιλοσοφία μέθοδος συλλογισμού σύμφωνα με την οποία ξεκινάμε από τα γενικά και καταλήγουμε σε συμπεράσματα για τα μερικά

In English

  • abduction leading away, carrying away
  • kidnapping the crime of taking a person against their will, sometimes for ransom

Talk about this word

Cite this
MLA

"απαγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απαγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE

Chicago

"απαγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απαγωγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}