απαγωγή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απαγωγή
Where it comes from
απαγωγή < αρχαία ελληνική ἀπαγωγή
noun απαγωγή · απαγωγές · απαγωγής · απαγωγών
- η απομάκρυνση, η οδήγηση έξω από το χώρο η απαγωγή της επιπλέον θερμότητας στους πυρηνικούς αντιδραστήρες γίνεται με τη χρήση τρεχούμενου νερού
- , (κοινά), (νομικός όρος) η αρπαγή και αιχμαλωσία ενός προσώπου προκειμένου, συνήθως, να ζητηθούν λύτρα ή κάποιο άλλο αντάλλαγμα
-
η απομάκρυνση των άκρων από τον κορμό
Opposite: προσαγωγή
- μέθοδος συλλογισμού σύμφωνα με την οποία ξεκινάμε από τα γενικά και καταλήγουμε σε συμπεράσματα για τα μερικά
In English
- abduction leading away, carrying away
- kidnapping the crime of taking a person against their will, sometimes for ransom
Talk about this word "απαγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. απαγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE "απαγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απαγωγή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}