προσαγωγή
Ελληνικά · 同义词与反义词
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
προσαγωγή
它从哪里来
προσαγωγή < αρχαία ελληνική προσαγωγή < προσάγω < πρός + ἄγω
名词 προσαγωγή · προσαγωγές · προσαγωγής · προσαγωγών
- η ενέργεια των αστυνομικών οργάνων με την οποία κάποιος ύποπτος οδηγείται στο αστυνομικό τμήμα, για να ανακριθεί, ή ένας μάρτυρας που δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο οδηγείται με τη βία στο δικαστήριο, για να καταθέσει μετά τη βομβιστική ενέργεια έγιναν δεκάδες προσαγωγές υπόπτων στην Ασφάλεια
-
η κίνηση ενός μέλους του σώματος από την περιφέρεια προς τα μέσα ως προς τον κατακόρυφο άξονα του σώματος, αυτή που επιτελείται από τους προσαγωγούς μύες
反义词: απαγωγή
讨论这个词 "προσαγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. προσαγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE "προσαγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {προσαγωγή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}