αποβάλλω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποβάλλω

  • a.poˈva.lo

Where it comes from

αποβάλλω < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἀποβάλλω. Για την αποβολή μοσχεύματος, (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική reject.. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + βάλλω.

verb αποβάλλω · απέβαλλα · απέβαλα · αποβάλλομαι · αποβλήθηκα

  1. transitive, μεταβατικό, για μαθητή του δίνω αποβολή, τον διώχνω (επίσημα) για κάποιο σοβαρό παράπτωμα από το σχολείο για σύντομο χρονικό διάστημα (ή -σπάνια- μόνιμα) ο μαθητής αποβλήθηκε για μια ώρα
  2. transitive, μεταβατικό, αθλητισμός διώχνω παίκτη από κάποιο αθλητικό παιχνίδι για σοβαρό παράπτωμα (δείχνοντάς του την κόκκινη κάρτα) Αποβάλλεσαι! είπε ο διαιτητής την πιο κρίσιμη στιγμή του αγώνα
  3. intransitive, ιατρική, αμετάβατο, για έγκυο γεννώ πρόωρα νεκρό παιδί καταβλήθηκαν προσπάθειες για να μην αποβληθεί το έμβρυο
  4. transitive, ιατρική, μεταβατικό, για μεταμόσχευση δεν δέχεται ο οργανισμός μου το μόσχευμα

    Similar: απορρίπτω

In English

  • miscarry to involuntarily abort a foetus

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποβάλλω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποβάλλω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89

Chicago

"αποβάλλω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποβάλλω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}