αποβάλλω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποβάλλω
- a.poˈva.lo
Where it comes from
αποβάλλω < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἀποβάλλω. Για την αποβολή μοσχεύματος, (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική reject.. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + βάλλω.
verb αποβάλλω · απέβαλλα · απέβαλα · αποβάλλομαι · αποβλήθηκα
- του δίνω αποβολή, τον διώχνω (επίσημα) για κάποιο σοβαρό παράπτωμα από το σχολείο για σύντομο χρονικό διάστημα (ή -σπάνια- μόνιμα) ο μαθητής αποβλήθηκε για μια ώρα
- διώχνω παίκτη από κάποιο αθλητικό παιχνίδι για σοβαρό παράπτωμα (δείχνοντάς του την κόκκινη κάρτα) Αποβάλλεσαι! είπε ο διαιτητής την πιο κρίσιμη στιγμή του αγώνα
- γεννώ πρόωρα νεκρό παιδί καταβλήθηκαν προσπάθειες για να μην αποβληθεί το έμβρυο
-
δεν δέχεται ο οργανισμός μου το μόσχευμα
Similar: απορρίπτω
In English
- miscarry to involuntarily abort a foetus
Talk about this word "αποβάλλω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αποβάλλω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89 "αποβάλλω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποβάλλω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}