αποζημίωση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αποζημίωση

Where it comes from

αποζημίωση < → λείπει η ετυμολογία

noun αποζημίωση · αποζημιώσεις · αποζημίωσης · αποζημιώσεων

  1. το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε αυτόν που έπαθε κάποια ζημιά από τον υπαίτιο ή το κράτος ※ Η άμεση και δίκαιη αποζημίωση των πληγέντων από φυσικές καταστροφές αποτελεί προτεραιότητα για κάθε ευνομούμενη πολιτεία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελληνική κυβέρνηση θεσμοθέτησε το μόνιμο μηχανισμό Κρατικής Αρωγής για την αποκατάσταση ζημιών από φυσικές καταστροφές, ώστε οι αποζημιώσεις να δίνονται σ
  2. το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε κάποιον για την εκτέλεση ενός ορισμένου έργου, αμοιβή
  3. general, γενικότερα η υλική ή κυρίως η ηθική ανταμοιβή που κερδίζει κάποιος για τους κόπους του και την προσφορά του

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αποζημίωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αποζημίωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7

Chicago

"αποζημίωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποζημίωση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B6%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CF%89%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}