αποκηρύσσω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποκηρύσσω
Where it comes from
αποκηρύσσω < (ελληνιστική κοινή)
verb αποκηρύσσω · αποκηρύσσομαι · αποκήρυσσα · θα αποκηρύσσω · να αποκηρύσσω
- απομακρύνω κάποιον από το σώμα θεσμού, οργάνωσης, ομάδας συνήθως λόγω θεμελιώδους ιδεολογικής διαφωνίας (ή διότι το άτομο αυτό δεν αποδέχεται τον τρόπο λειτουργίας της οργάνωσης και τις μεθόδους της ηγεσίας)
- απαρνιέμαι απόψεις, πεποιθήσεις κ.λπ. και -ενδεχομένως- τις αποδοκιμάζω
-
απαρνιέμαι τέκνο
Similar: αποκληρώνω · Opposite: αναγνωρίζω
In English
Talk about this word "αποκηρύσσω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B7%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. αποκηρύσσω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B7%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89 "αποκηρύσσω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B7%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποκηρύσσω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B7%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}