αποποιούμαι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αποποιούμαι
Where it comes from
αποποιούμαι < ελληνιστική κοινή ἀποποιέομαι / ἀποποιοῦμαι < αρχαία ελληνική ποιέομαι / ποιοῦμαι, παθητική φωνή του ρήματος ποιέω / ποιῶ
verb αποποιούμαι
- αρνούμαι ότι έχω ευθύνη για κάτι επιζήμιο που έγινε στο παρελθόν ή μπορεί να συμβεί στο μέλλον
- αρνούμαι ένα δικαίωμα, τίτλο, περιουσία κ.λπ. Στο άμεσο μέλλον, λοιπόν, χωρίς να αποποιούμαι καθόλου τα συγκεκριμένα έργα, σκέφτομαι να στραφώ σε λιγότερο άμεσα αναγνωρίσιμα πράγματα τα οποία έχουν σχέση με μια ποιητικότητα ανθεκτική στον χρόνο. (*)
Similar: απαρνιέμαι, απεμπολώ, αποκρούω, απορρίπτω
Thesaurus
verb
Similar: απαρνιέμαι, απεμπολώ, αποκρούω, απορρίπτω
In English
Talk about this word "αποποιούμαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αποποιούμαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "αποποιούμαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αποποιούμαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}