απορροφώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απορροφώ
- a.po.ɾoˈfo
Where it comes from
απορροφώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπορροφῶ, συνηρημένος τύπος του ἀπορροφέω (πίνω με ρουφηξιές) < ἀπό + ῥοφέω / ῥοφῶ, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική absorber
verb απορροφώ · απορροφάω · απορρόφησα · απορροφώμαι · απορροφιέμαι · απορροφήθηκα
- ρουφώ
- αφομοιώνω, ρουφώ στο εσωτερικό μου μία υγρή ή αέρια ουσία το ύφασμα απορροφά το λάδι και η λαδιά δεν φεύγει εύκολα
- μειώνω ή εξαλείφω την ένταση ενός φαινομένου
- συγχωνεύω
- ενσωματώνω, αφομοιώνω
- καταναλώνω ό,τι δεν απορροφά η ελληνική αγορά εξάγεται αλλά και αντιστρόφως, ό,τι δεν απορροφούν οι εξαγωγές, διοχετεύεται στην εγχώρια
- προσλαμβάνω εργατικό δυναμικό
- κάνω κάποιον να αφοσιωθεί σε κάτι ολότελα και να ξεχάσει όλα τα άλλα με απορρόφησε η δουλειά και ξέχασα να φάω!
- ελαττώνω την ένταση ή την ενέργεια ηχητικού ή ηλεκτρομαγνητικού κύματος καθώς αυτό διαδίδεται μέσα σε υλικό σώμα
In English
Talk about this word "απορροφώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. απορροφώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8E "απορροφώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απορροφώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}