απορροφώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απορροφώ

  • a.po.ɾoˈfo

Where it comes from

απορροφώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπορροφῶ, συνηρημένος τύπος του ἀπορροφέω (πίνω με ρουφηξιές) < ἀπό + ῥοφέω / ῥοφῶ, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική absorber

verb απορροφώ · απορροφάω · απορρόφησα · απορροφώμαι · απορροφιέμαι · απορροφήθηκα

  1. ρουφώ
  2. αφομοιώνω, ρουφώ στο εσωτερικό μου μία υγρή ή αέρια ουσία το ύφασμα απορροφά το λάδι και η λαδιά δεν φεύγει εύκολα
  3. μειώνω ή εξαλείφω την ένταση ενός φαινομένου
  4. figuratively, μεταφορικά συγχωνεύω
  5. figuratively, μεταφορικά ενσωματώνω, αφομοιώνω
  6. figuratively, μεταφορικά καταναλώνω ό,τι δεν απορροφά η ελληνική αγορά εξάγεται αλλά και αντιστρόφως, ό,τι δεν απορροφούν οι εξαγωγές, διοχετεύεται στην εγχώρια
  7. figuratively, μεταφορικά προσλαμβάνω εργατικό δυναμικό
  8. figuratively, μεταφορικά κάνω κάποιον να αφοσιωθεί σε κάτι ολότελα και να ξεχάσει όλα τα άλλα με απορρόφησε η δουλειά και ξέχασα να φάω!
  9. φυσική ελαττώνω την ένταση ή την ενέργεια ηχητικού ή ηλεκτρομαγνητικού κύματος καθώς αυτό διαδίδεται μέσα σε υλικό σώμα

In English

  • absorb to suck up or drink in
  • drink consume liquid through the mouth

Talk about this word

Cite this
MLA

"απορροφώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απορροφώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8E

Chicago

"απορροφώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απορροφώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}