αποτυχημένος
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
αποτυχημένος
Откуда оно
αποτυχημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποτυχαίνω ή αποτυγχάνω
глагол αποτυχημένος · αποτυχημένη · αποτυχημένο · αποτυχημένου · αποτυχημένης
- που απέτυχε, που δεν πέτυχε στο στόχο του, στο θεμιτό αποτέλεσμα
- για προσπάθεια που δεν είχε το προβλεπόμενο αποτέλεσμα
- για άνθρωπο που τον χαρακτηρίζει η αποτυχία, που αποτυγχάνει συνεχώς
Противоположное: επιτυχημένος, πετυχημένος
Синонимы и антонимы
глагол
Противоположное: επιτυχημένος, πετυχημένος
По-английски
- unfortunate not favored by fortune
Обсудить это слово "αποτυχημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αποτυχημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "αποτυχημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {αποτυχημένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}