πετυχημένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πετυχημένος
Where it comes from
πετυχημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πετυχαίνω
verb πετυχημένος · πετυχημένη · πετυχημένο · πετυχημένου · πετυχημένης
- που πέτυχε στο στόχο του, στο σκοπό του, που απέφερε τα θεμιτά αποτελέσματα πετυχημένη επιχείρηση, πετυχημένη πολιτική
- για προσπάθεια που είχε την επιθυμητή έκβαση πετυχημένος καφές, πετυχημένη γιορτή, πετυχημένη παράσταση
- για εμπνευσμένη ενέργεια με θετική κατάληξη πετυχημένη απάντηση, πετυχημένη μπαλιά, πετυχημένο κόλπο
- για άνθρωπο που τον διακρίνει η επιτυχία, που έχει διακριθεί στη σταδιοδρομία του ή στο έργο του πετυχημένος γιατρός, πετυχημένος επιστήμονας, πετυχημένος πολιτικός
Similar: επιτυχημένος, διακεκριμένος · Opposite: αποτυχημένος
Thesaurus
verb
Similar: επιτυχημένος, διακεκριμένος · Opposite: αποτυχημένος
Talk about this word "πετυχημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. πετυχημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "πετυχημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πετυχημένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}