πετυχημένος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πετυχημένος

Where it comes from

πετυχημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πετυχαίνω

verb πετυχημένος · πετυχημένη · πετυχημένο · πετυχημένου · πετυχημένης

  1. που πέτυχε στο στόχο του, στο σκοπό του, που απέφερε τα θεμιτά αποτελέσματα πετυχημένη επιχείρηση, πετυχημένη πολιτική
  2. για προσπάθεια που είχε την επιθυμητή έκβαση πετυχημένος καφές, πετυχημένη γιορτή, πετυχημένη παράσταση
  3. για εμπνευσμένη ενέργεια με θετική κατάληξη πετυχημένη απάντηση, πετυχημένη μπαλιά, πετυχημένο κόλπο
  4. για άνθρωπο που τον διακρίνει η επιτυχία, που έχει διακριθεί στη σταδιοδρομία του ή στο έργο του πετυχημένος γιατρός, πετυχημένος επιστήμονας, πετυχημένος πολιτικός

Similar: επιτυχημένος, διακεκριμένος · Opposite: αποτυχημένος

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"πετυχημένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πετυχημένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"πετυχημένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πετυχημένος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%B5%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}