αποχή

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

αποχή

  • a.poˈçi

Phát âm giống απόχη, εποχή

Nó đến từ đâu

αποχή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποχή < αρχαία ελληνική ἀπέχω < ἀπό + ἔχω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική abstention

danh từ αποχή · αποχές · αποχής · αποχών

  1. το να απέχει κάποιος από κάποια διαδικασία, ιδίως ψηφοφορία, να μη συμμετέχει σ’ αυτή
  2. η αποφυγή κάποιων πραγμάτων ή επιθυμιών
  3. αστρονομία Η γωνιακή απόσταση ενός πλανήτη από τον Ήλιο, με τη Γη ως σημείο αναφοράς

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"αποχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αποχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE

Chicago

"αποχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αποχή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}