απόσταση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

απόσταση

  • aˈpo.sta.si

Where it comes from

απόσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόστασις < ἀφίστημι

noun απόσταση · αποστάσεις · απόστασης · αποστάσεων

  1. το μήκος του ευθύγραμμου τμήματος που συνδέει δύο σημεία
  2. αυτό που πρέπει να διανύσει κανείς για να πάει από ένα σημείο σε άλλο με δεδομένο το υπάρχον οδικό δίκτυο (εκφρασμένο σε μονάδες μήκους) η απόσταση Αθήνας - Θεσσαλονίκης είναι 515 χιλιόμετρα
  3. το διάστημα χρόνου που χωρίζει δύο χρονικά σημεία
  4. η διαφορά ανάμεσα σε δύο πράγματα υπάρχει μεγάλη απόσταση από την εξαγγελία μέχρι την υλοποίησή της
  5. figuratively, μεταφορικά η ψυχική ή / και κοινωνική απομάκρυνση ενός ατόμου από άλλου μετά την απιστία η απόσταση ανάμεσα στο ζευγάρι μεγάλωσε
  6. plural, στον πληθυντικό η στάση της επιφύλαξης αποστάσεις από τις δηλώσεις του υπουργού κράτησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος

In English

  • distance (countable, uncountable) amount of space between points
  • interval distance in space
  • range distance to the object

Talk about this word

Cite this
MLA

"απόσταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

απόσταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"απόσταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {απόσταση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}