απόσταση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απόσταση
- aˈpo.sta.si
Where it comes from
απόσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόστασις < ἀφίστημι
noun απόσταση · αποστάσεις · απόστασης · αποστάσεων
- το μήκος του ευθύγραμμου τμήματος που συνδέει δύο σημεία
- αυτό που πρέπει να διανύσει κανείς για να πάει από ένα σημείο σε άλλο με δεδομένο το υπάρχον οδικό δίκτυο (εκφρασμένο σε μονάδες μήκους) η απόσταση Αθήνας - Θεσσαλονίκης είναι 515 χιλιόμετρα
- το διάστημα χρόνου που χωρίζει δύο χρονικά σημεία
- η διαφορά ανάμεσα σε δύο πράγματα υπάρχει μεγάλη απόσταση από την εξαγγελία μέχρι την υλοποίησή της
- η ψυχική ή / και κοινωνική απομάκρυνση ενός ατόμου από άλλου μετά την απιστία η απόσταση ανάμεσα στο ζευγάρι μεγάλωσε
- η στάση της επιφύλαξης αποστάσεις από τις δηλώσεις του υπουργού κράτησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος
In English
Talk about this word "απόσταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. απόσταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7 "απόσταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απόσταση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}