αργώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αργώ¹
- aɾˈɣo
Where it comes from
αργώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀργῶ, συνηρημένος τύπος του ἀργέω < ἀργός
verb αργώ · άργησα · αργούσα · θα αργώ · να αργώ
- δεν εργάζομαι, έχω αργία Οι δημόσιες υπηρεσίες σήμερα αργούν.
- κάνω κάτι με αργό τρόπο Καλός είναι στη δουλειά του ο Γιώργος, αλλά αργεί.
- χρειάζομαι ακόμα αρκετό χρόνο για να τελειώσω κάτι Θα αργήσεις πολύ να ετοιμάσεις το άρθρο σου;
- χρειάζομαι ακόμα αρκετό χρόνο για να τελειώσω, να ολοκληρωθώ Τι έγινε το άρθρο σου; Αργεί πολύ ακόμα;
- καθυστερώ να φτάσω κάπου Πάλι άργησε στο ραντεβού η Μαρία!
Αργώ²
Where it comes from
Αργώ < ἀργός (στην αρχαιότητα σήμαινε ταχύς)
proper noun Αργώ
- η ονομασία του πλοίου του Ιάσονα
- ονομασία παλαιότερου αστερισμού (διεθνές σύμβολο Arg), που χωρίστηκε σε τρεις διαφορετικούς: Τρόπις, Πρύμνη, Ιστία
In English
- slow to become slow
- hold up to wait or delay
- Argo mythical ship
- Argo Navis constellation
Talk about this word "αργώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E. Accessed 6 Nov. 2026. αργώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E "αργώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αργώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E},
urldate = {2026-11-06}
}