αργώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αργώ¹

  • aɾˈɣo

Where it comes from

αργώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀργῶ, συνηρημένος τύπος του ἀργέω < ἀργός

verb αργώ · άργησα · αργούσα · θα αργώ · να αργώ

  1. δεν εργάζομαι, έχω αργία Οι δημόσιες υπηρεσίες σήμερα αργούν.
  2. κάνω κάτι με αργό τρόπο Καλός είναι στη δουλειά του ο Γιώργος, αλλά αργεί.
  3. χρειάζομαι ακόμα αρκετό χρόνο για να τελειώσω κάτι Θα αργήσεις πολύ να ετοιμάσεις το άρθρο σου;
  4. χρειάζομαι ακόμα αρκετό χρόνο για να τελειώσω, να ολοκληρωθώ Τι έγινε το άρθρο σου; Αργεί πολύ ακόμα;
  5. καθυστερώ να φτάσω κάπου Πάλι άργησε στο ραντεβού η Μαρία!

Αργώ²

Where it comes from

Αργώ < ἀργός (στην αρχαιότητα σήμαινε ταχύς)

proper noun Αργώ

  1. η ονομασία του πλοίου του Ιάσονα
  2. ονομασία παλαιότερου αστερισμού (διεθνές σύμβολο Arg), που χωρίστηκε σε τρεις διαφορετικούς: Τρόπις, Πρύμνη, Ιστία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αργώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αργώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E

Chicago

"αργώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αργώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8E},
  urldate = {2026-11-06}
}