αριστοκρατία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αριστοκρατία

  • a.ɾi.sto.kɾaˈti.a

Where it comes from

αριστοκρατία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀριστοκρατία

: (κοινωνική τάξη) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική aristocratie < λατινική aristocratia < ἀριστοκρατία

noun αριστοκρατία · αριστοκρατίες · αριστοκρατίας · αριστοκρατιών

  1. ιστορία πολίτευμα στο οποίο εξουσιάζουν οι άριστοι με την αρχαία έννοια της λέξης, δηλαδή οι ευγενείς Στις πόλεις-κράτη οι βασιλείς μοίρασαν ειρηνικά την εξουσία τους και σε άλλους εγκαθιδρύοντας την αριστοκρατία στη θέση της βασιλείας.
  2. ανώτερη κοινωνική τάξη, οι ευγενείς μιας περιοχής Η αριστοκρατία της Αγγλίας περιλαμβάνει πολλούς τίτλους όπως κύριος, δούκας, βαρώνος, λόρδος και άλλους.
  3. οι σημαντικοί εν ζωή άνθρωποι ενός επαγγελματικού, καλλιτεχνικού, πνευματικού ή άλλου χώρου Στη χθεσινή πρεμιέρα συμμετείχε όλη η αριστοκρατία του Χόλιγουντ.

In English

  • aristocracy the nobility or the hereditary ruling class
  • nobility noble or privileged social class

Talk about this word

Cite this
MLA

"αριστοκρατία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αριστοκρατία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αριστοκρατία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αριστοκρατία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}