ميكوين

αρμέγω

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αρμέγω

  • aɾˈme.ɣo

من أين أتت

αρμέγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρμέγω < ἀλμέγω > αρχαία ελληνική ἀμέλγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂melǵ-

فعل αρμέγω · άρμεξα · αρμέγομαι · αρμέχτηκα · άρμεγα

  1. βγάζω το γάλα από τους μαστούς της αγελάδας ή άλλου θηλυκού ζώου τραβώντας τους με τα χέρια ή χρησιμοποιώντας ειδική συσκευή
  2. figuratively, μεταφορικά εκμεταλλεύομαι κάποιον, κυρίως οικονομικά
  3. figuratively, μεταφορικά χουφτώνω κάποια έντονα στο στήθος

مشابه: λόγιο, αμέλγω, ξεμασταρίζω

المرادفات والأضداد

بالإنجليزية

  • milk to express milk from mammal

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αρμέγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρμέγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CF%89

Chicago

"αρμέγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρμέγω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}