αρμόδιος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αρμόδιος¹

  • aɾˈmo.ði.os

Where it comes from

αρμόδιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁρμόδιος < ἁρμόζω

adjective αρμόδιος · αρμόδια · αρμόδιο · αρμόδιου · αρμόδιας

  1. που έχει επίσημα αναλάβει έναν τομέα, μια ευθύνη, μια υπηρεσία Για την έκδοση διαβατηρίου απευθυνθείτε παρακαλώ στο αρμόδιο γραφείο. Εμείς εδώ ασχολούμαστε με τις ταυτότητες.

Similar: υπεύθυνος

Αρμόδιος²

Where it comes from

Αρμόδιος < αρχαιοελληνικό όνομα Ἁρμόδιος, ο ταιριαστός ή αρεστός

proper noun Αρμόδιος

  1. αρχαίο ανδρικό όνομα
  2. νεαρός άνδρας που μαζί με το σύντροφό του Αριστογείτονα δολοφόνησαν το 514 π.Χ. κυρίως για λόγους ερωτικής αντιζηλίας τον τύραννο Ίππαρχο. Το ζευγάρι Αρμόδιος και Αριστογείτων είναι γνωστό και ως "οι τυραννοκτόνοι"

Thesaurus

adjective

Similar: υπεύθυνος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αρμόδιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρμόδιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"αρμόδιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρμόδιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CE%BC%CF%8C%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}