υπεύθυνος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υπεύθυνος

  • iˈpe.fθi.nos

Sounds like υπευθύνως

Where it comes from

υπεύθυνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπεύθυνος < ὑπ- + εὐθην- (εὐθήνη) + -ος

adjective υπεύθυνος · υπεύθυνη · υπεύθυνο · υπεύθυνου · υπεύθυνης

  1. και ως ουσιαστικό που ευθύνεται για κάτι, που προκάλεσε κάτι και καλείται να υποστεί τις συνέπειες Ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου θεωρήθηκε από το δικαστήριο υπεύθυνος για το ατύχημα και πρέπει να πληρώσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο δεύτερο αυτοκινητο.

    Similar: αίτιος, υπαίτιος, ένοχος

  2. και ως ουσιαστικό που έχει αναλάβει να εκτελέσει ένα ορισμένο έργο, που του έχει ανατεθεί ένα συγκεκριμένο καθήκον Ένας από τους δασκάλους ορίζεται υπεύθυνος για τη βιβλιοθήκη του σχολείου.

    Similar: αρμόδιος

  3. για θέση ευθύνης Όλοι τον εκτιμούν και αναμένεται να του ανατεθεί μια υπεύθυνη θέση στην εταιρεία.
  4. που διακατέχεται από αίσθημα ευθύνης κατά την άσκηση των καθηκόντων του, που χαρακτηρίζεται από υπευθυνότητα Ο Γιώργος είναι ένας πολύ υπεύθυνος και αξιόπιστος άνθρωπος.

    Similar: αξιόπιστος · Opposite: ανεύθυνος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υπεύθυνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υπεύθυνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"υπεύθυνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υπεύθυνος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}