υπεύθυνος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπεύθυνος
- iˈpe.fθi.nos
Sounds like υπευθύνως
Where it comes from
υπεύθυνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπεύθυνος < ὑπ- + εὐθην- (εὐθήνη) + -ος
adjective υπεύθυνος · υπεύθυνη · υπεύθυνο · υπεύθυνου · υπεύθυνης
- που ευθύνεται για κάτι, που προκάλεσε κάτι και καλείται να υποστεί τις συνέπειες Ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου θεωρήθηκε από το δικαστήριο υπεύθυνος για το ατύχημα και πρέπει να πληρώσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο δεύτερο αυτοκινητο.
-
που έχει αναλάβει να εκτελέσει ένα ορισμένο έργο, που του έχει ανατεθεί ένα συγκεκριμένο καθήκον
Ένας από τους δασκάλους ορίζεται υπεύθυνος για τη βιβλιοθήκη του σχολείου.
Similar: αρμόδιος
- για θέση ευθύνης Όλοι τον εκτιμούν και αναμένεται να του ανατεθεί μια υπεύθυνη θέση στην εταιρεία.
-
που διακατέχεται από αίσθημα ευθύνης κατά την άσκηση των καθηκόντων του, που χαρακτηρίζεται από υπευθυνότητα
Ο Γιώργος είναι ένας πολύ υπεύθυνος και αξιόπιστος άνθρωπος.
Similar: αξιόπιστος · Opposite: ανεύθυνος
In English
- responsible answerable for an act performed or for its consequences
- in charge having responsibility
Talk about this word "υπεύθυνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. υπεύθυνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%82 "υπεύθυνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπεύθυνος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}