αρτηρία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αρτηρία
- aɾ.tiˈɾi.a
Where it comes from
αρτηρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρτηρία
noun αρτηρία · αρτηρίες · αρτηρίας · αρτηριών
- μυώδες ελαστικό σωληνοειδές αγγείο μέσω του οποίου το αίμα μεταφέρεται από την καρδιά προς όλα τα όργανα ※ Διαλέγω εγώ κάτι ψωμάρες, που είναι και οι τρεις θεϊκές, αφρός· να' χεις τέτοιο ψωμί, να' χεις και φρέσκο βούτυρο ελαφρώς αλατισμένο, να' χεις και αρτηρίες έτοιμες ζεστές ζεστές για βούλωμα και δεν θες τίποτ' άλλο. (Αύγουστος Κορτώ, Φωτιά στα σαββατόπαχα, εκδ. Πατάκη, 2018)
- μεγάλος και πολυσύχναστος άξονας μεταφορών ή επικοινωνιών
- η σύνδεση της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας (CPU) με την κεντρική μνήμη και τα άλλα υποσυστήματα του υπολογιστή εσωτερικά και εξωτερικά (πχ διαδίκτυο). Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως στις απλές κατασκευές των μικρών υπολογιστών, ενώ στους μεγάλους (mainframes) χρησιμοποιείται ο όρος δίαυλος. Και στις δύο περιπτώσεις στα αγγλικά μεταφράζεται ως bus
- ηλεκτρικός αγωγός (ειδικό δικτυακό καλώδιο) πάνω στον οποίο συνδέονται οι κόμβοι (nodes) του δικτύου
Similar: δρόμος
Thesaurus
noun
Similar: δρόμος
In English
- artery blood vessel from the heart
Talk about this word "αρτηρία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αρτηρία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1 "αρτηρία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αρτηρία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}