αρχή
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αρχή¹
- aɾˈçi
Where it comes from
αρχή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀρχή < ἄρχω
noun αρχή · αρχές · αρχής · αρχών
- το τοπικό ή χρονικό σημείο από όπου αρχίζει κάτι, η αφετηρία ή η αρχική φάση, το ξεκίνημα η αρχή μιας σχέσης
- η πρωταρχική αιτία, η αφορμή Οι οικονομικές διαφωνίες ήταν η αρχή του καυγά τους.
- η προέλευση, το αρχικό σημείο της δημιουργίας η αρχή του κόσμου
- θεμελιακός κανόνας στη φύση, στην επιστήμη, στην τέχνη, στην πολιτική κ.λπ. η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων
- βασικός κανόνας που ρυθμίζει την προσωπική ή την κοινωνική συμπεριφορά Δεν είναι μέσα στις αρχές μου να λέω ψέματα.
- όρος, προϋπόθεση που τίθεται ως βάση και που είναι κοινά αποδεκτός ή προσυμφωνημένος η αρχή της αυτοδιάθεσης
- η δημόσια εξουσία και τα πρόσωπα που την ασκούν ή την εκπροσωπούν εισαγγελική / δημοτική / εκκλησιαστική / αστυνομική / εκπαιδευτική αρχή
Opposite: τέλος
Αρχή²
Where it comes from
Αρχή < γενική ενικού του αρσενικού Αρχής
proper noun Αρχή · Archi
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Αρχής)
Thesaurus
noun
Opposite: τέλος
In English
Talk about this word "αρχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. αρχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AE "αρχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αρχή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}