αρχίδι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αρχίδι
- aɾˈçi.ði
Where it comes from
αρχίδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρχίδι < ὀρχίδιν < ελληνιστική κοινή ὀρχίδιον, με έκκρουση του αρκτικού ὀ- από το ισχυρότερο ἀ- και ανασυλλαβισμό λόγω της συμπροφοράς με το άρθρο (όπως στον πληθυντικό τὰ ὀρχίδια > τὰ 'ρχίδια > τὰ ἀρχίδια) ή με το αόριστο άρθρο (ένα ὀρχίδιν /ena orˈçiðin/ > /enarˈçiðin/ > /en arˈçiði/) υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ὄρχις
noun αρχίδι · αρχίδια · αρχιδιού · αρχιδιών
- ο ένας από τους δύο αδένες που παράγουν το σπέρμα, ο όρχις
- τα ανδρικά γεννητικά όργανα
- τιποτένιος
- χάλια, κακός, κακής ποιότητας, ψεύτικος Αρχίδια υπολογιστή πήρες!
Similar: όρχις, επίσημο, παπάρι, αβγά, αμελέτητα, απαυτά, αποτέτοια, αχαμνά, γκογκόβια, ούμπαλα
Thesaurus
In English
Talk about this word "αρχίδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αρχίδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B4%CE%B9 "αρχίδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B4%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αρχίδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}