αρχαιολογία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αρχαιολογία

  • aɾ.çe.o.loˈʝi.a

Where it comes from

αρχαιολογία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀρχαιολογία (σύγγραμμα με παλιές ιστορίες) < ἀρχαῖο(ς) + αρχαιο- + -λογία, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική archéologie

: για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική antique

noun αρχαιολογία · αρχαιολογίες · αρχαιολογίας · αρχαιολογιών

  1. επιστήμη που ερευνεί καθετί σχετικό με τους αρχαίους χρόνους, σε σχέση με ό,τι διασώθηκε από τις παλαιότερες εποχές ※ Η αρχαιολογία στην Ελλάδα -και γενικότερα- αναπτύσσεται σαν επιστήμη τον 19ο αιώνα, στο πλαίσιο της εθνικής ιδεολογίας και της συγκρότησης του εθνικού κράτους, δηλαδή στο πλαίσιο της ιδεολογίας και των πρακτικών της δυτικής νεωτερικότητας. Πρόκειται, λοιπόν, για τη νεωτερική αρχαιολογία. Πιστεύω,
  2. figuratively, μεταφορικά πρόσωπο προχωρημένης ηλικίας, με απαρχαιωμένες αντιλήψεις
  3. figuratively, μεταφορικά πολύ παλιό αντικείμενο

    Similar: παλιατσούρα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αρχαιολογία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αρχαιολογία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αρχαιολογία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αρχαιολογία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}