믹윈

ασφαλής

Ελληνικά · 유의어·반의어

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

ασφαλής

어원

ασφαλής < αρχαία ελληνική ἀσφαλής

형용사 ασφαλής · ασφαλές · ασφαλούς

  1. που δεν κινδυνεύει από επίθεση, ατύχημα, σφάλμα κλπ οι επιβάτες του άλλου αυτοκινήτου είναι όλοι σώοι και ασφαλείς
  2. που δεν σφάλλει, επιβεβαιωμένος, ελεγμένος ασφαλείς πληροφορίες μιλούν για δεκάδες νεκρούς από το σεισμό
  3. πληροφορική κωδικός πρόσβασης δύσκολος να αποκαλυφθεί, που έχει μέγεθος τουλάχιστον 8 χαρακτήρες, συνδυάζει κεφαλαία με πεζά γράμματα, αριθμούς, σύμβολα και όλα αυτά όχι σε κάποια λογική σειρά υπερώνυμα: κωδικός πρόσβασης

    비슷한 말: ισχυρός

영어로

  • safe not in danger
  • secure free from attack or danger; protected
  • sure certain, reliable

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"ασφαλής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ασφαλής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%82

Chicago

"ασφαλής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασφαλής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}