ισχυρός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ισχυρός¹

Where it comes from

ισχυρός < αρχαία ελληνική ἰσχυρός

adjective ισχυρός · ισχυρή · ισχυρό · ισχυρού · ισχυρής

  1. που έχει δύναμη, ισχύ (σωματική, ψυχική, νομική κ.ά.)
  2. που βρίσκεται σε θέση ισχύος
  3. που δεν υποχωρεί

    Similar: ανυποχώρητος, ανένδοτος

  4. που δύσκολα αμφισβητείται, κλονίζεται ή αντικρούεται

    Similar: αναμφισβήτητος, αναντίλεκτος

  5. που έχει μεγάλη ένταση

    Similar: έντονος, σφοδρός

  6. αποτελεσματικός, δραστικός
  7. γραμματική ο γραμματικός τύπος που αποτελεί την πλήρη μορφή Ο τύπος «εμάς» είναι ο ισχυρός τύπος της προσωπικής αντωνυμίας ενώ ο τύπος «μας» ο αδύνατος.

    Opposite: αδύνατος

  8. πληροφορική συνώνυμο του ασφαλής κωδικός πρόσβασης ※ Χρησιμοποιείτε πάντοτε ισχυρούς κωδικούς πρόσβασης που συνδυάζουν κεφαλαία με πεζά γράμματα, αριθμούς και σύμβολα. Οι απλοί κωδικοί πρόσβασης δεν συνδυάζουν αυτά τα στοιχεία. Ισχυρός κωδικός πρόσβασης: Y6dh!et5. Απλός κωδικός πρόσβασης: House27.

Similar: ανθεκτικός, δυνατός, κραταιός, σθεναρός · Opposite: αδύναμος, ανίσχυρος, ασθενικός

Ισχυρός²

Where it comes from

Ισχυρός < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ισχυρός

  1. ανδρικό όνομα

Thesaurus

In English

  • strong capable of producing great physical force
  • powerful having or capable of exerting power, potency or influence
  • mighty very strong, possessing might
  • influential having considerable influence

Talk about this word

Cite this
MLA

"ισχυρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ισχυρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"ισχυρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ισχυρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B9%CF%83%CF%87%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}