ミクウィン

ασφαλίζω

Ελληνικά · 類義語・対義語

AI わかりやすく

短い説明を書いています…

下の項目をもとに、ハウスAIがあなたの言語で書きました。出典は項目そのものです。

ασφαλίζω

  • a.sfaˈli.zo

由来

ασφαλίζω < ελληνιστική κοινή ἀσφαλίζω < αρχαία ελληνική ἀσφαλής < ἀ- + σφάλλω (2. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική insure)

動詞 ασφαλίζω · ασφαλίζομαι · ασφάλιζα · θα ασφαλίζω · να ασφαλίζω

  1. θέτω σε λειτουργία κάποιο μηχανισμό ασφάλειας

    類語: κλειδώνω · 反対語: απασφαλίζω

  2. συνάπτω συμβόλαιο ως συμβαλλόμενος ή ως ασφαλιστής· σε περίπτωση που συμβεί ένα ατύχημα, το οποίο προβλέπεται στο συμβόλαιο, ο συμβαλλόμενος ή ο δικαιούχος παίρνει κάποια αποζημίωση έχει ασφαλίσει το σπίτι του για φωτιά

英語で

  • insure to provide for compensation if some risk occurs

この単語について話す

引用する
MLA

"ασφαλίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ασφαλίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ασφαλίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ασφαλίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%86%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}