κλειδώνω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κλειδώνω
- kliˈðo.no
Where it comes from
κλειδώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κλειδόω / κλειδ(ῶ) + -ώνω < αρχαία ελληνική κλείς < πρωτοελληνική *klāwī́ds < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂us (μέσο ασφάλισης / κλειδώματος)
verb κλειδώνω · κλείδωσα · κλειδώνομαι · κλειδώθηκα · κλειδωμένος
- κάνω κάτι ασφαλές χρησιμοποιώντας κλειδί, ώστε να μην ανοίγει είσαι σίγουρος ότι κλείδωσες την πόρτα;
- τοποθετώ κάτι σε ένα χώρο που ασφαλίζεται με κλειδί θα κλειδώσω τα έγγραφα στο ντουλάπι
- περιορίζω κάποιον σε ένα χώρο, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει τον είχε κλειδώσει στο υπόγειο για τιμωρία
-
καθορίζω μια κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να αλλάξει
έχει κλειδώσει την απάντησή της
Similar: οριστικοποιώ, εξασφαλίζω
- βάζω ασφάλεια με ορισμένο κωδικό σε κάποιο μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων, ώστε να μην έχει άλλος πρόσβαση σε αυτά κλείδωσα το αρχείο, ώστε νε μην μπορεί να τροποποιηθεί
- ενώνω με κλειδί τα τμήματα από τα οποία αποτελείται η αλυσίδα της άγκυρας
- ασφαλίζομαι με κλειδί, ώστε να μην παραβιάζομαι χρειάζονται δύο διαφορετικά κλειδιά, για να κλειδώνει το χρηματοκιβώτιο
Opposite: ανοίγω, ξεκλειδώνω
Thesaurus
verb
Opposite: ανοίγω, ξεκλειδώνω
In English
- lock to fasten with a lock
Talk about this word "κλειδώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. κλειδώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CF%8E%CE%BD%CF%89 "κλειδώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κλειδώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}