ασύνειδα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ασύνειδα
Where it comes from
ασύνειδα < ασύνειδος + -α
adverb ασύνειδα
- ασυναίσθητα, αντανακλαστικά ※ Η γενιά του brain drain, έστω ασύνειδα, πράττει αυτό που καμιά ηγεσία δεν κατόρθωσε. Μετατρέπει την κρίση σε ευκαιρία και ξαναδίνει στον ελληνισμό την πεμπτουσία του: την οικουμενικότητα, την εξωστρέφεια. Η αυθεντική Ελλάδα ήταν και θα είναι αλλού, γιατί είναι οικουμενική.
adjective ασύνειδα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ασύνειδος
noun ασύνειδα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ασύνειδο
Talk about this word "ασύνειδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ασύνειδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B1 "ασύνειδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ασύνειδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}