ατομιστής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ατομιστής

Where it comes from

ατομιστής (1) < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική atomiste < atome < αρχαία ελληνική ἄτομον < ἀ- + τέμνω

: ατομιστής (2) < ατομισμός + -τής (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική individualiste)

noun ατομιστής · ατομιστές · ατομιστή · ατομιστών

  1. ιστορία ατομικός φιλόσοφος Ήδη από την αρχαιότητα η προσωπικότητα του Δημόκριτου συνοδεύεται από διάφορες παραδόσεις, όχι πάντα κολακευτικές για τον μεγάλο ατομιστή φιλόσοφο: μία απ' αυτές, που τον θέλει να τρελαίνεται προς το τέλος της ζωής του, έχει καταγραφεί με λεπτομέρειες στα Ψευδεπίγραφα κείμενα του Ιπποκράτη, μια σειρ
  2. που σκέφτεται και φέρεται προσέχοντας μόνο το προσωπικό του συμφέρον και επιδιώξεις άλλες μορφές: ατομικιστής

    Similar: εγωιστής, ιδιοτελής, φιλοτομαριστής · Opposite: ανιδιοτελής, αλτρουιστής

Talk about this word

Cite this
MLA

"ατομιστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ατομιστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"ατομιστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ατομιστής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}