ατσίγγανος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ατσίγγανος¹

Where it comes from

ατσίγγανος < από το αρχαίο ἀθίγγανος, που δεν ακουμπά. Προέρχεται από ένα μανιχαϊκό θρήσκευμα, προερχόμενο από τη Φρυγία.

noun ατσίγγανος · /a.'tsiɳ.ga.nos/

  1. άτομο της φυλής των αθίγγανων, νομαδικός λαός της Ευρώπης, καταγόμενος από την Ινδία. ※ Κυκλωμένος από παιδιά και γυναίκες, που στεκόντουσαν στις πόρτες, έπαιζε ένας ατσίγγανος κλαρίνο και μια μαϊμού χόρευε, ντυμένη κόκκινα φορέματα. (Δημοσθένης Βουτυράς, Παπάς ειδωλολάτρης (1920) [διήγημα])

Similar: γύφτος, τσιγγάνος, κατσίβελος, φαραούνης, αθίγγανος

Ατσίγγανος²

Where it comes from

Ατσίγγανος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ατσίγγανος · Atsinganos

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"ατσίγγανος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ατσίγγανος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"ατσίγγανος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ατσίγγανος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AF%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}