γύφτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

γύφτος¹

  • ˈʝi.ftos

Where it comes from

γύφτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Γύφτος < Aἰγύπτιος με αποβολή του αρκτικού άτονου φωνήεντος και ανομοίωση διάρκειας [pt] > [ft] (δείτε και Αἴγυφτος < αρχαία ελληνική Aἰγύπτιος < Αἴγυπτος. Επειδή θεωρήθηκε ότι τσιγγάνοι προέρχονταν από την Αίγυπτο.

noun γύφτος · γύφτοι · γύφτου · γύφτων · γύφτο · γύφτους

  1. literary, offensive, μειωτικό, λογοτεχνικό ο τσιγγάνος
  2. figuratively, μεταφορικά άτομο που ζει σε χώρο ακατάστατο και βρόμικο
  3. figuratively, μεταφορικά πολύ μελαψός άνθρωπος
  4. dated, informal, επάγγελμα, ανεπίσημο, παρωχημένο ο σιδεράς ※ Όλους αυτούς τους έστρωσε λίγο-πολύ, όσο μπορεί να ισιώσει ο γύφτος ένα σίδερο στραβό χτυπώντας το στο αμόνι
  5. dated, informal, επάγγελμα, ανεπίσημο, παρωχημένο οργανοπαίχτης

Similar: τσιγγάνος, Ρομ, Ρομά, επίσημο

Γύφτος²

  • ˈʝi.ftos

Where it comes from

Γύφτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Γύφτος Δείτε περισσότερα στο γύφτος.

proper noun Γύφτος · Γύφτοι · Γύφτου · Γύφτων · Γύφτο · Γύφτους

  1. εθνικό όνομα που είναι Τσιγγάνος, Ρομ / Ρομά, (θηλυκό Γύφτισσα)
  2. ανδρικό επώνυμο, (θηλυκό Γύφτου)

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"γύφτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

γύφτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"γύφτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {γύφτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}