γύφτος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
γύφτος¹
- ˈʝi.ftos
Where it comes from
γύφτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Γύφτος < Aἰγύπτιος με αποβολή του αρκτικού άτονου φωνήεντος και ανομοίωση διάρκειας [pt] > [ft] (δείτε και Αἴγυφτος < αρχαία ελληνική Aἰγύπτιος < Αἴγυπτος. Επειδή θεωρήθηκε ότι τσιγγάνοι προέρχονταν από την Αίγυπτο.
noun γύφτος · γύφτοι · γύφτου · γύφτων · γύφτο · γύφτους
- ο τσιγγάνος
- άτομο που ζει σε χώρο ακατάστατο και βρόμικο
- πολύ μελαψός άνθρωπος
- ο σιδεράς ※ Όλους αυτούς τους έστρωσε λίγο-πολύ, όσο μπορεί να ισιώσει ο γύφτος ένα σίδερο στραβό χτυπώντας το στο αμόνι
- οργανοπαίχτης
Γύφτος²
- ˈʝi.ftos
Where it comes from
Γύφτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Γύφτος Δείτε περισσότερα στο γύφτος.
proper noun Γύφτος · Γύφτοι · Γύφτου · Γύφτων · Γύφτο · Γύφτους
- που είναι Τσιγγάνος, Ρομ / Ρομά, (θηλυκό Γύφτισσα)
- ανδρικό επώνυμο, (θηλυκό Γύφτου)
Thesaurus
Talk about this word "γύφτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. γύφτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%BF%CF%82 "γύφτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {γύφτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B3%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}