ατύχημα
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
ατύχημα
- aˈti.çi.ma
Откуда оно
ατύχημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀτύχημα < ἀτυχέω / ἀτυχῶ, ἀτυχη- + -μα < ἀτυχής < ἀ- στερητικό + τυγχάνω → δείτε και τη λέξη τύχη
существительное ατύχημα · ατυχήματα · ατυχήματος · ατυχημάτων
- δυσάρεστο γεγονός από ατυχία ※ Είναι ατύχημα που η Ανθολογία είναι φτωχή σχετικά έκδοση. Αποτελεί, ωστόσο, πολύτιμο μικρό ψηφιδωτό της μεγάλης ευρωπαϊκής ποίησης (Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 17-01-2002)
- δυσάρεστο συμβάν με μεγάλο κόστος, καθώς επιφέρει υλική ζημιά ή τραυματισμό εργατικό ατύχημα, πυρηνικό ατύχημα, περιβαλλοντικό ατύχημα
По-английски
- accident unexpected event with negative consequences
Обсудить это слово "ατύχημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ατύχημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "ατύχημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%B1.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {ατύχημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CF%8D%CF%87%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}