मिकविन

αυθόρμητος

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

αυθόρμητος

  • aˈfθoɾ.mi.tos

यह कहाँ से आया

αυθόρμητος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αὐθόρμητος < (αὐτο-) αὐθ- + αρχαία ελληνική (ὁρμῶ) ὁρμή- + -τος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική spontané

विशेषण αυθόρμητος · αυθόρμητη · αυθόρμητο · αυθόρμητου · αυθόρμητης

  1. για πράξη που γίνεται χωρίς να λογαριάσει κανείς τις συνέπειές της και χωρίς προηγούμενο σχέδιο ※ Σημαντικό χαρακτηριστικό αποτελεί η μετατόπιση σημαντικών ζητημάτων από τον άνθρωπο στην ίδια την τεχνολογία και την πληροφορία, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα η λειτουργία του οργανισμού να φαίνεται κάπως αυθόρμητη, αδόμητη, παράδοξη και ίσως «μαγική». (Δημοσθένης Ι. Δασκαλάκης, Βιομηχανική Κοινω
  2. για πρόσωπα που ενεργεί με δική του πρωτοβουλία

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"αυθόρμητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CF%8C%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυθόρμητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CF%8C%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αυθόρμητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CF%8C%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυθόρμητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%B8%CF%8C%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}