αυλή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυλή

  • aˈvli

Where it comes from

αυλή < αρχαία ελληνική αὐλή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂wesleh₂ < *h₂wes- (περνώ τη νύχτα) + *-leh₂

noun αυλή · αυλές · αυλής · αυλών

  1. υπαίθριος περιφραγμένος χώρος που ανήκει σε ένα σπίτι-κτήριο ※ Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα. (Ίων Δραγούμης, Στην Πόλη, 1904)

    Similar: προαύλιο, περίβολος

  2. figuratively, formal, μεταφορικά, λόγιο το σύνολο των αυλικών, των αξιωματούχων και συμβούλων που πλαισιώνουν έναν ηγεμόνα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυλή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αυλή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AE

Chicago

"αυλή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυλή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}