προαύλιο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προαύλιο
- pɾoˈa.vli.o
Where it comes from
προαύλιο < ελληνιστική κοινή προαύλιον < πρό + αρχαία ελληνική αὐλή
noun προαύλιο · προαύλια · προαύλιου · προαυλίου · προαύλιων · προαυλίων
- ο υπαίθριος, ακάλυπτος και συνήθως περιφραγμένος χώρος ενός (δημοσίου ή ιδιωτικού) οικοδομήματος ※ Οπότε την επόμενη μέρα ο Μπίθρος γύρισε στο σχολείο και είπε στους καθηγητές και τους μαθητές ότι ο διευθυντής τους είχε πεθάνει, και κόλλησε ένα αναγγελτήριο της κηδείας με μαύρο περίγραμμα στο προαύλιο...
Similar: αυλή
Thesaurus
noun
Similar: αυλή
In English
- yard land around a house
Talk about this word "προαύλιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. προαύλιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF "προαύλιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προαύλιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}