αυστηρός
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
αυστηρός
- af.stiˈɾos
من أين أتت
αυστηρός < αρχαία ελληνική αὐχμηρός (σκληρός, ηθικά απαιτητικός) < αρχαία ελληνική αὔω < αρχαία ελληνική αὖος
صفة αυστηρός · αυστηρή · αυστηρό · αυστηρού · αυστηρής
- που εξαναγκάζει άλλους να τηρούν τους νόμους χωρίς παρέκκλιση
- βαρύς
- λιτός
- ο τυπικός, ακριβής και χωρίς παρερμηνείες στη διατύπωσή του
مشابه: σοβαρός, επιβλητικός, τυπικός · عكسها: επιεικής
المرادفات والأضداد
صفة
مشابه: σοβαρός, επιβλητικός, τυπικός · عكسها: επιεικής
بالإنجليزية
تحدّث عن هذه الكلمة "αυστηρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αυστηρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82 "αυστηρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {αυστηρός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}