ميكوين

αυστηρός

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αυστηρός

  • af.stiˈɾos

من أين أتت

αυστηρός < αρχαία ελληνική αὐχμηρός (σκληρός, ηθικά απαιτητικός) < αρχαία ελληνική αὔω < αρχαία ελληνική αὖος

صفة αυστηρός · αυστηρή · αυστηρό · αυστηρού · αυστηρής

  1. που εξαναγκάζει άλλους να τηρούν τους νόμους χωρίς παρέκκλιση
  2. για ποινή βαρύς
  3. στην τέχνη λιτός
  4. λογική, μαθηματικά ο τυπικός, ακριβής και χωρίς παρερμηνείες στη διατύπωσή του

مشابه: σοβαρός, επιβλητικός, τυπικός · عكسها: επιεικής

المرادفات والأضداد

بالإنجليزية

  • stern having a hardness and severity of nature or manner
  • severe strict or harsh

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αυστηρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυστηρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"αυστηρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυστηρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}