αυτοφωτογραφία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αυτοφωτογραφία

Where it comes from

αυτοφωτογραφία < αυτο- + φωτογραφία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική selfie)

noun αυτοφωτογραφία · αυτοφωτογραφίες · αυτοφωτογραφίας · αυτοφωτογραφιών

  1. neologism, φωτογραφία, νεολογισμός άλλη μορφή του αυτοφωτογράφιση ※ Πάνος: Ναι, «κάτσε να βγάλω μία selfie.» Ενώ τι θα πεις; «Κάτσε να βγάλω μία…»— Πέτρος: —«Αυτοφωτογραφία;» Πάνος: Ναι, μια αυτοφωτογραφία. Λες «smartphone», δεν θα πεις «έξυπνο κινητό». Πέτρος: Ναι. «Τηλεκοντρόλ»· «διαυλοεπιλογέας» είναι στα ελληνικά. «Δώσε μου λίγο τον διαυλοεπιλογέα να αλλάξω κα

Similar: σέλφι

Thesaurus

noun

Similar: σέλφι

In English

  • selfie photographic self-portrait

Talk about this word

Cite this
MLA

"αυτοφωτογραφία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αυτοφωτογραφία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αυτοφωτογραφία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αυτοφωτογραφία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}