σέλφι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σέλφι

Where it comes from

σέλφι < (άμεσο δάνειο) αγγλική selfie

noun σέλφι

  1. neologism, νεολογισμός η φωτογραφία που βγάζει κάποιος τον εαυτό του, πολλές φορές μέσα από έναν καθρέφτη, με το κινητό του ή άλλη φωτογραφική μηχανή ※ Μετά τα φωτογραφικά αυτοπορτρέτα των διασήμων, γνωστά ως σέλφι (selfie), που έχουν κατακλύσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σειρά πήραν τα «άσι» (usie). Με πρώτο συνθετικό το «εμείς», τα usie δεν είναι τίποτε άλλο από διπλά σέλφι στα οποία διάσημα και πολύ ερωτευμένα ζευγάρια ποζάρουν και αυτοφωτο
  2. neologism, νεολογισμός η διαδικασία της παραπάνω φωτογράφισης και η ανάρτησή της σε κοινωνικά δίκτυα

Similar: αυτοφωτογραφία, αυτοφωτογράφιση

Thesaurus

In English

  • selfie photographic self-portrait

Talk about this word

Cite this
MLA

"σέλφι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%BB%CF%86%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σέλφι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%BB%CF%86%CE%B9

Chicago

"σέλφι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%BB%CF%86%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σέλφι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AD%CE%BB%CF%86%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}