αφορισμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αφορισμός
- a.fo.ɾiˈzmos
Where it comes from
αφορισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφορισμός < ἀφορίζω (ξεχωρίζω, διαιρώ) + -μός < ἀπό (ἀφ-) + ὁρίζω
:* για τον θρησκευτικό όρο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀφορισμός < ἀφορίζω (ξεχωρίζω, διαιρώ) + -μός < ἀπό + ὁρίζω
noun αφορισμός · αφορισμοί · αφορισμού · αφορισμών · αφορισμό · αφορισμούς
- εκκλησιαστική ποινή με την οποία μέλος ενός χριστιανικού δόγματος αποκλείεται εντελώς από τη χριστιανική κοινότητα, ως τιμωρία για πολύ σοβαρά αμαρτήματα στα οποία περιέπεσε ※ Τελειώνοντας τά σχετικά μέ τήν λύση του αφορισμού πρέπει νά προσθέσουμε ότι καί τά περίφημα συγχωροχάρτια μέ τά όποια συγχωρούνται γενικώς όλες oι αμαρτίες του χριστιανού προβλέπουν καί τήν ποινή του αφορισμού. Στην μακροσκελέστατη απαρίθμηση τών διαφόρων περιπτώσεων τέλεσης αμαρτίας αναφέρεται γι
- σύντομη, περιεκτική δήλωση που υποστηρίζεται με σιγουριά, χωρίς να υπάρχει τεκμηρίωση ※ Πιστεύω, ότι η ίδια η ανάγνωση του «Τρυφερού θανάτου» δίνει την καλύτερη απάντηση σε τέτοιου είδους αφορισμούς και υπερβολές. (Δημήτρης Τσατσούλης, Η περιπέτεια της αφήγησης: δοκίμια αφηγηματολογίας για την ελληνική και ξένη πεζογραφία, Ελληνικά Γράμματα, 1997, σελ. 135)
In English
- aphorism concise or pithy, and memorable, expression of a general truth — see also maxim,
- excommunication act of excommunicating, disfellowshipping or ejecting
Talk about this word "αφορισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αφορισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "αφορισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αφορισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}