αφρόκρεμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αφρόκρεμα

  • aˈfɾo.kɾe.ma

Where it comes from

αφρόκρεμα < αφρό- + κρέμα

noun αφρόκρεμα · αφρόκρεμες · αφρόκρεμας

  1. familiar, figuratively, οικείο, μεταφορικά το πιο εκλεκτό υποσύνολο ενός συνόλου ※ Εκτός από την «αφρόκρεμα» του πνευματικού κόσμου, τη διάλεξη παρακολουθούσε κι ένας μεγάλος αριθμός φοιτητών, με ενδιαφέρον γύρω από το γλωσσικό ζήτημα

    Similar: ελίτ, κρεμ ντε λα κρεμ, ΑΑ

  2. familiar, figuratively, οικείο, μεταφορικά η αριστοκρατία
  3. literally, κυριολεκτικά, μαγειρική η κρέμα που σχηματίζεται από το βούτυρο στην επιφάνεια του γάλακτος

    Similar: ανθόγαλα

  4. literally, κυριολεκτικά, μαγειρική η κρέμα σαντιγί
  5. literally, κυριολεκτικά, μαγειρική αφρώδης κρέμα για γλυκά με ζάχαρη και αβγά

In English

  • elite group with higher status

Talk about this word

Cite this
MLA

"αφρόκρεμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αφρόκρεμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1

Chicago

"αφρόκρεμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αφρόκρεμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}