αφρόκρεμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αφρόκρεμα
- aˈfɾo.kɾe.ma
Where it comes from
αφρόκρεμα < αφρό- + κρέμα
noun αφρόκρεμα · αφρόκρεμες · αφρόκρεμας
-
το πιο εκλεκτό υποσύνολο ενός συνόλου
※ Εκτός από την «αφρόκρεμα» του πνευματικού κόσμου, τη διάλεξη παρακολουθούσε κι ένας μεγάλος αριθμός φοιτητών, με ενδιαφέρον γύρω από το γλωσσικό ζήτημα
Similar: ελίτ, κρεμ ντε λα κρεμ, ΑΑ
- η αριστοκρατία
-
η κρέμα που σχηματίζεται από το βούτυρο στην επιφάνεια του γάλακτος
Similar: ανθόγαλα
- η κρέμα σαντιγί
- αφρώδης κρέμα για γλυκά με ζάχαρη και αβγά
In English
- elite group with higher status
Talk about this word "αφρόκρεμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αφρόκρεμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1 "αφρόκρεμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αφρόκρεμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%81%CF%8C%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}