αφώτιστος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αφώτιστος
- aˈfo.ti.stos
Where it comes from
αφώτιστος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀφώτιστος < ἀ- στερητικό + φωτίζω, φωτισ- + -τος < αρχαία ελληνική φάος / φῶς
adjective αφώτιστος · αφώτιστη · αφώτιστο · αφώτιστου · αφώτιστης
-
που δεν έχει φωτιστεί
Similar: σκοτεινός · Opposite: φωτισμένος
-
που δεν τον έχουν διαφωτίσει ή ενημερώσει για κάτι
Similar: αδιαφώτιστος, ανενημέρωτος · Opposite: διαφωτισμένος, ενημερωμένος
- ανερμήνευτος, αινιγματικός
- αβάπτιστος
Talk about this word "αφώτιστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%8E%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αφώτιστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%8E%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82 "αφώτιστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%8E%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αφώτιστος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%86%CF%8E%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}