αόριστος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αόριστος

  • aˈo.ɾi.stos

Where it comes from

αόριστος <

# (για το επίθετο) < αρχαία ελληνική ἀόριστος

# (το ουσιαστικό) < ελληνιστική κοινή ἀόριστος από τον διαχωρισμό που έκαναν οι στωικοί σε αόριστους και ορισμένους χρόνους

adjective αόριστος · αόριστη · αόριστο · αόριστου · αόριστης

  1. ανεπαρκώς καθορισμένος, ασαφής Δεν παρουσίασε στους μετόχους τίποτε άλλο από κάποια αόριστα σχέδια.
  2. γραμματική για άρθρο ή αντωνυμία: πρόσωπο ή πράγμα που δεν κατονομάζεται αόριστο άρθρο (ένας, μία, ένα) - αόριστη αντωνυμία (κάποιος, τίς)

    Opposite: οριστικός

noun αόριστος · αόριστη · αόριστο · αόριστου · αόριστης

  1. γραμματική χρόνος ρήματος ο οποίος δηλώνει συνοπτικά κάτι που έγινε στο παρελθόν σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή περίοδο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αόριστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8C%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αόριστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8C%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αόριστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8C%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αόριστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8C%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}