αύξηση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αύξηση
- ˈaf.ksi.si
Where it comes from
αύξηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὔξη(σις) + -ση
:* για τη σημασία στη γραμματική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὔξησις
noun αύξηση · αυξήσεις · αύξησης · αυξήσεων
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυξάνω, η πρόκληση ανόδου στην ποσότητα ή στην αριθμητική τιμή Η πιθανή αύξηση του πληθωρισμού είναι ανησυχητικό στοιχείο.
- συλλαβική αύξηση: η πρόσθεση ενός ε- ή -η πριν το θέμα της λέξης, όταν αυτό αρχίζει από σύμφωνο, π.χ. βάζω, έβαζα, θέλω, ήθελα
- χρονική αύξηση: η τροπή του αρχικού βραχέος φωνήεντος σε μακρό (στα αρχαία ελληνικά, π.χ. ὁρίζω, ὥριζον)
- εσωτερική αύξηση: η αύξηση που εμφανίζεται μετά την πρόθεση σε σύνθετα ρήματα, πχ. καταγράφω, κατέγραψα)
In English
- increase increased amount
- rise increase (in a quantity, price, etc)
- raise increase in wages
- proliferation the act of increasing or rising
Talk about this word "αύξηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BE%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. αύξηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BE%CE%B7%CF%83%CE%B7 "αύξηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BE%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αύξηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BE%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}