αύξηση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αύξηση

  • ˈaf.ksi.si

Where it comes from

αύξηση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὔξη(σις) + -ση

:* για τη σημασία στη γραμματική < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή αὔξησις

noun αύξηση · αυξήσεις · αύξησης · αυξήσεων

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυξάνω, η πρόκληση ανόδου στην ποσότητα ή στην αριθμητική τιμή Η πιθανή αύξηση του πληθωρισμού είναι ανησυχητικό στοιχείο.
  2. γραμματική συλλαβική αύξηση: η πρόσθεση ενός ε- ή -η πριν το θέμα της λέξης, όταν αυτό αρχίζει από σύμφωνο, π.χ. βάζω, έβαζα, θέλω, ήθελα
  3. γραμματική χρονική αύξηση: η τροπή του αρχικού βραχέος φωνήεντος σε μακρό (στα αρχαία ελληνικά, π.χ. ὁρίζω, ὥριζον)
  4. γραμματική εσωτερική αύξηση: η αύξηση που εμφανίζεται μετά την πρόθεση σε σύνθετα ρήματα, πχ. καταγράφω, κατέγραψα)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αύξηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BE%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αύξηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BE%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"αύξηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BE%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αύξηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%8D%CE%BE%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}