βάθος
Ελληνικά · Synonymes et antonymes
AI En termes simples
Rédaction d'une courte explication…
Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.
βάθος
- ˈva.θos
D'où il vient
βάθος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βάθος < πιθανόν, βαθύς
nom βάθος · βάθη · βάθους · βαθών
- η διάσταση μιας κοιλότητας από το πάνω στόμιό της προς τα κάτω το βάθος του πηγαδιού είναι δέκα μέτρα
- η απόσταση από την επιφάνεια έως τον βυθό εδώ η λίμνη έχει μεγάλο βάθος
- η οριζόντια διάσταση μιας κοιλότητας όπως φαίνεται από το μπροστά στόμιό της το σπήλαιο έχει ανυπολόγιστο βάθος
-
το (μαθηματικό) σύνολο των χαρακτηριστικών που (συν)αποτελούν μια έννοια
το βάθος της (ατομικής) έννοιας «Πανεπιστήμιο Αθηνών» είναι το σύνολο χαρακτηριστικών: {είναι πανεπιστήμιο, είναι στην Αθήνα, ιδρύθηκε το 1837, το πλήρες όνομά του είναι ...}
Proches: ένταση
En anglais
- depth vertical distance below a surface
- background part of picture
- depths a very remote part
Parler de ce mot "βάθος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. βάθος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82 "βάθος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82.Citer
@misc{micwyn_2026,
title = {βάθος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CE%B8%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}