βάρβαρος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

βάρβαρος¹

  • ˈvaɾ.va.ɾos

Where it comes from

βάρβαρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βάρβαρος < (ηχομιμητική λέξη) (από την ηχομιμητική λέξη βαρβαρ)

adjective βάρβαρος · βάρβαρη · βάρβαρον · βάρβαρο

  1. για ανθρώπους ή σύνολα ανθρώπων απαίδευτος, απολίτιστος, χυδαίος ※ Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισ
  2. για ανθρώπους ή σύνολα ανθρώπων βάνδαλος, σκληρός
  3. που αρμόζει σε βαρβάρους, βαρβαρικός βάρβαρα έθιμα

Similar: βάναυσος, σκαιός, τραχύς, ωμός

noun βάρβαρος · βάρβαροι · βάρβαρου · βαρβάρου · βάρβαρων

  1. ιστορία, στην ελληνική αρχαιότητα που δεν έχει ελληνική καταγωγή ※ Το ελληνικό πάνθεο δέχθηκε εκείνη την εποχή περισσότερους ξένους θεούς από ό,τι ποτέ άλλοτε... Από την άλλη πλευρά, οι βάρβαροι όχι μόνο δέχθηκαν και αυτοί τους θεούς των Ελλήνων, αλλά και συγχώνευσαν πολλούς από τους δικούς τους θεούς με τους θεούς των Ελλήνων. Ήταν μια εποχή αναρχικού συγκρητισμ
  2. στην αρχαία και βυζαντινή ιστορία αυτός που κατοικούσε έξω από τα σύνορα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και θεωρούνταν καθυστερημένος και απολίτιστος

Βάρβαρος²

Where it comes from

Βάρβαρος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Βάρβαρος

  1. ανδρικό όνομα

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"βάρβαρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

βάρβαρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"βάρβαρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {βάρβαρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%81%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}