ωμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ωμός

  • oˈmos

Sounds like ώμος, όμως

Where it comes from

ωμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὠμός

adjective ωμός · ωμή · ωμό · ωμού · ωμής

  1. (για τρόφιμα, κρέας, λαχανικά) που δεν έχει ψηθεί ή δεν έχει βραστεί ※ Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μ

    Opposite: ψητός, βραστός, μαγειρεμένος

  2. (σπάνιο, για καρπούς) που δεν έχει ωριμάσει ακόμη

    Similar: άγουρος

  3. (για πηλό, πλίνθο, αγγείο) που δεν έχει ψηθεί ακόμη στο καμίνι
  4. figuratively, μεταφορικά χωρίς ευαισθησία και ευγένεια

    Similar: απάνθρωπος, κυνικός, σκληρός

  5. που δεν έχει ηθικές αναστολές ή αυτοσυγκράτηση

    Similar: απροκάλυπτος

Similar: άβραστος, άψητος, κυνικός, σκληρός, άγουρος, αμέστωτος, άγριος, θηριώδης, τραχύς, σκαιός, βάναυσος · Opposite: ψημένος, ήπιος, μαλακός, τρυφερός

Thesaurus

In English

  • raw uncooked
  • cynical of or relating to the belief that human actions are motivated by base desires or

Talk about this word

Cite this
MLA

"ωμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ωμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ωμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ωμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}