ωμός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ωμός
- oˈmos
Where it comes from
ωμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὠμός
adjective ωμός · ωμή · ωμό · ωμού · ωμής
-
(για τρόφιμα, κρέας, λαχανικά) που δεν έχει ψηθεί ή δεν έχει βραστεί
※ Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μ
Opposite: ψητός, βραστός, μαγειρεμένος
-
(σπάνιο, για καρπούς) που δεν έχει ωριμάσει ακόμη
Similar: άγουρος
- (για πηλό, πλίνθο, αγγείο) που δεν έχει ψηθεί ακόμη στο καμίνι
-
χωρίς ευαισθησία και ευγένεια
Similar: απάνθρωπος, κυνικός, σκληρός
-
που δεν έχει ηθικές αναστολές ή αυτοσυγκράτηση
Similar: απροκάλυπτος
Similar: άβραστος, άψητος, κυνικός, σκληρός, άγουρος, αμέστωτος, άγριος, θηριώδης, τραχύς, σκαιός, βάναυσος · Opposite: ψημένος, ήπιος, μαλακός, τρυφερός
Thesaurus
In English
Talk about this word "ωμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ωμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82 "ωμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ωμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}