βάτος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
βάτος¹
- ˈva.tos
Sounds like βατός
Where it comes from
βάτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βάτος (θηλυκό για το θάμνο, επίσης αρσενικό για ένα είδος σαλαχιού). Συγκρίνετε με το θηλυκό βάτος.
noun βάτος
- θάμνος του γένους Rubus, συνήθως αγκαθωτός, με οδοντωτά φύλλα και μικρά άνθη· μερικά είδη παράγουν εδώδιμους καρπούς, όπως η βατομουριά και η σμεουριά
- αγκαθωτός θάμνος διαφόρων ειδών, ή χαμηλό δέντρο ※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941 Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΚΣΤ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1937.
noun βάτος · βάτοι · βάτου · βάτων · βάτο
-
είδος ψαριού
Similar: βατί
noun βάτος
- ο βάτος, όπως αναφέρεται σε βιβλικό κείμενο
Βάτος²
Where it comes from
Βάτος < βάτος ή → λείπει η ετυμολογία
proper noun Βάτος · Βάτοι · Βάτου · Βάτων · Βάτο · Βάτους
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
Talk about this word "βάτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βάτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82 "βάτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {βάτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}