βέβαιος
Ελληνικά · Sinônimos e antônimos
AI Em palavras simples
Escrevendo uma explicação curta…
Escrito por uma IA da casa a partir do verbete abaixo, no seu idioma. A fonte é o próprio verbete.
βέβαιος
- ˈve.ve.os
Soa como βεβαίως
De onde vem
βέβαιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βέβαιος (σταθερός) & σημασιολογικό δάνειο από τη νέα ελληνική σίγουρος & γαλλική certain < βαίνω
adjetivo βέβαιος · βέβαια · βέβαιο · βέβαιου · βέβαιας
- που δεν έχει αμφιβολίες για ένα θέμα, που δεν αμφισβητεί τις πληροφορίες ή την άποψή του Είσαι βέβαιος ότι δεν έπρεπε να στρίψουμε στο προηγούμενο στενό;
- που δεν αμφισβητείται, για το οποίο δεν υπάρχουν αμφιβολίες ένα είναι βέβαιο: δεν θα ξανακάτσω σπίτι κι απόψε, βαρέθηκα το διάβασμα
Sinônimos e antônimos
Em inglês
Conversar sobre esta palavra "βέβαιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. βέβαιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82 "βέβαιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82.Citar
@misc{micwyn_2026,
title = {βέβαιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B2%CE%AD%CE%B2%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}